Αναρτήθηκε στις:19-04-19 13:21

Καρβουνιάρηδες: Αυτοί που μοχθούν... για τον πασχαλινό οβελία!


Κείμενο-φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Επειδή γεννήθηκα και μεγάλωσα σε αγροτική οικογένεια, ανέκαθεν έτρεφα βαθύτατο σεβασμό και εκτίμηση για τους χειρώνακτες, για τους απλούς ανθρώπους του μόχθου που παλεύουν σκληρά για τον άρτο τον επιούσιο, αλλά τα οφέλη της εργασίας τους τα καρπωνόμαστε και εμείς.

Ένας φόρος τιμής προς αυτούς τους άγνωστους ήρωες της καθημερινότητας είναι και το παρόν άρθρο.

Μιας και είμαστε λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, σκεφτήκατε ποτέ πόσοι άνθρωποι μοχθούν για να εξασφαλίσουν σε όλους εμάς κάρβουνα για τον οβελία;

Επιμονή στην παλιά τέχνη τους…


Όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση ευθυμίας (και μέθης, θα έλεγα), στο τσακίρ κέφι για να χρησιμοποιήσω μια ευρέως διαδομένη έκφραση, αναφωνεί: «Ώπα, να καούν τα κάρβουνα»!
Αυτή ακριβώς είναι μια φράση που αποτελεί πραγματικό εφιάλτη, μια κατάρα, γι’ αυτόν που μοχθεί να φτιάξει κάρβουνα, τον καρβουνιάρη ή ξυλοκαρβουνιάρη, για να ακριβολογούμε.
Το κάρβουνο είναι ένα αγαθό που δημιουργείται δύσκολα. Είναι μια από τις ελάχιστες παραγωγικές διαδικασίες που γίνονται με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο εδώ και αιώνες. Ενώ σε όλα σχεδόν τα άλλα επαγγέλματα η τεχνολογία έχει μεταβάλει ανεπιστρεπτί τον τρόπο της παραγωγικής διαδικασίας, οι παραδοσιακοί καρβουνιάρηδες επιμένουν να ασκούν την παλιά τέχνη τους, σε πείσμα των καιρών, που επιτάσσει απόκτηση χρημάτων γρήγορα, άνετα και χωρίς να λερώσει τα χέρια του κάποιος.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το τελευταίο. Ποιος από εμάς θα έκανε μια δουλειά τόσο δύσκολη, αλλά και «βρόμικη», όσο αυτή του καρβουνιάρη; Σκεφτείτε ότι όταν το «καμίνι καίει», δηλ. όταν είναι σε εξέλιξη η παραγωγή ξυλοκάρβουνου, πρέπει όλο το 24ωρο να προσέχουν τη φωτιά να μην κάψει μονομιάς τα ξύλα, γιατί τότε πάνε χαμένοι όλοι οι κόποι.

«Όλα στα κάρβουνα»


Το κάρβουνο είναι ένα... μπελαλίδικο πράγμα. Αναμμένο σε καίει, ενώ σβηστό σε μουντζουρώνει. Ποιος μπορεί όμως να φανταστεί την αντικατάσταση του κάρβουνου με την ηλεκτρική ψηστιέρα; Σκεφτείτε, δηλαδή, τον παραδοσιακό οβελία να τον ψήναμε σε κάποια ηλεκτρική εστία ή στην ηλεκτρική κουζίνα. Ούτως ή άλλως, έχουμε κάνει πολλές παραχωρήσεις (π.χ. χρησιμοποιούμε ηλεκτρικό μοτέρ για το γύρισμα της σούβλας!), ας διατηρήσουμε τουλάχιστον τα κάρβουνα. Εξάλλου, ο καλύτερος... κράχτης για τους καλοφαγάδες είναι η ταμπέλα «Όλα στα κάρβουνα».

Ας αφήσουμε όμως τη σούβλα και ας έρθουμε στο... ψητό, που είναι το επάγγελμα του καρβουνιάρη. Από αγαθή τύχη βρέθηκα πριν από μερικά χρόνια σε δύο παραδοσιακά καμίνια, που λειτουργούσαν σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Πήγα για να φωτογραφίσω τους καρβουνιάρηδες (καρνιαραίους ή καρνιάρηδες, όπως τους λένε) και να δω από κοντά την τόσο δύσκολη αυτή εργασία.

Τους απλώνω το χέρι για να τους χαιρετήσω και μου λένε με αμηχανία: «Όχι, να μην σε λερώσουμε». Τους σφίγγω τα χέρια και τους λέω: «Τα χέρια αυτά είναι πολύ πιο καθαρά από μερικών άλλων που... αστράφτουν τα χέρια τους, αλλά κάνουν ένα σωρό βρομοδουλειές». Ξαφνιάστηκαν που το άκουσαν αυτό και ξέσπασαν σε δυνατά γέλια!

Ταπεινό μα και πολύτιμο προϊόν


Ευρείας χρήσης σε παλαιές εποχές ήταν το ορυκτό κάρβουνο, ο γαιάνθρακας (φυσικός άνθρακας), εξ ου και το αδιανόητα δύσκολο και εξοντωτικό επάγγελμα του ανθρακωρύχου, αλλά και η παροιμιώδης φράση «Άνθρακες ο θησαυρός»…

Δασικό προϊόν είναι το ξυλοκάρβουνο (ξυλάνθρακας, τεχνητός άνθρακας), που παλαιότερα (εκτός από τη χρήση του στα μαγκάλια για θέρμανση) ήταν απαραίτητο για πολλούς τεχνίτες. Τό ’χαν ανάγκη ο σιδεράς, ο κουδουνάς, ο αλμπάνης (πεταλωτής) κ.ά. Αλλά το κάρβουνο ήταν η κινητήρια δύναμη και σε πολλές άλλες δραστηριότητες. Αξίζει να αναφέρουμε τον θρυλικό «καρβουνιάρη» (παλιό τρένο που κινούνταν με κάρβουνο και εκτελούσε διαδρομές στο Πήλιο – σήμερα είναι ηλεκτροκίνητο), αλλά και τις μηχανές πλοίων και εργοστασίων που λειτουργούσαν με κάρβουνο (κυρίως ορυκτό βέβαια). Σήμερα, τα κάρβουνα χρησιμοποιούνται κυρίως σε ψησταριές, οι οποίες όμως χρησιμοποιούν και... νέας τεχνολογίας κάρβουνα, δηλ. μπρικέτες με ομοιόμορφο σχήμα.

Ως προς τα ξυλοκάρβουνα υπάρχουν δύο ποιότητες. Η πρώτη ποιότητα είναι αυτή που παράγεται από τα σκληρά ξύλα (πουρνάρι, αριά, φιλίκι, ελιά), ενώ τα δεύτερης κατηγορίας γίνονται από μαλακά ξύλα (π.χ. κουμαριά).

Εικόνες από το απώτατο παρελθόν


Το «σκηνικό» του καμινιού που κατέγραψα παρέπεμπε σε άλλες εποχές: «Μπάλες» από άχυρο, βαρέλια με νερό, καμίνια που τότε στήνονταν, αλλά και άλλα που έκαιγαν, σωροί από χώμα και ξύλα. Οι καρβουνιάρηδες έμεναν σε μια πρόχειρη σκηνή, με νάιλον, δίπλα ακριβώς από τα καμίνια. Όταν πήγα, ένα καμίνι άρχισε να καίει. Μάλλον «κουφόκαιγε», σιγόκαιγε δηλαδή.

Η τέχνη αυτή παλαιότερα ήταν πολύ διαδεδομένη σε πολλά ορεινά χωριά της Ηπείρου, όπου υπάρχει άφθονη πρώτη ύλη, δηλ. ξύλα. Η επιχείρηση παλαιότερα είχε κυρίως οικογενειακό χαρακτήρα. Τα απαραίτητα υλικά είναι τα χλωρά ξύλα, αλλά και το άχυρο για να καλύπτονται τα ξύλα μεταξύ τους μαζί με χλωρά κλαδιά από «σκίντα» (σχίνο).

Πώς «στήνεται» το καμίνι


Πριόνια και τσεκούρια (και αλυσοπρίονα σήμερα), φτυάρια και τσουγκράνες («γραβάλια») είναι τα απαραίτητα σύνεργα για να γίνει η δουλειά.

Αφού κοπούν τα ξύλα μέσα στο δάσος, μεταφέρονται με άλογα και μουλάρια (όπου υπάρχει αμαξιτός δρόμος, χρησιμοποιούνται πλέον και τα τρακτέρ) στον τόπο όπου φτιάχνουν το καμίνι. Εννοείται ότι το καμίνι «στήνεται» όσο το δυνατόν πιο κοντά στην υλοτομούμενη περιοχή, όχι ακριβώς μέσα στο δάσος, αλλά σε κάποια άκρη του, έτσι ώστε να μην απαιτούνται πολλές διαδρομές για να μεταφερθούν τα ξύλα.

Το καμίνι το φτιάχνουν πάντα σε ένα επίπεδο μέρος, που να μην έχει πέτρες, γιατί εμποδίζουν την ανθρακοποίηση των ξύλων. Οι διαστάσεις του καμινιού εξαρτώνται από την ποσότητα των ξύλων. Τα πολύ μεγάλα ξύλα (τις «τέμπλες») τα κόβουν σε μικρότερα, τα οποία τα τοποθετούν σε μια λοφοειδή διάταξη (να κάνουν «κατσιούλα»). Αυτός ο ημικυκλικός θόλος λοιπόν απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα, καθώς εδώ έγκειται η επιτυχία της όλης προσπάθειας. Ο θόλος έχει μια τρύπα από τη βάση μέχρι την κορυφή. Όταν το καμίνι αποκτά τις επιθυμητές διαστάσεις, το «ντύνουν» (σκεπάζουν) με άχυρα και χλωρό σχίνο («σκίντα») για να καλυφθούν τα κενά μεταξύ των ξύλων.

Στη συνέχεια το σκεπάζουν με χώμα ώστε να καλυφθούν όλες οι τρύπες, από τις οποίες θα μπορούσε να μπει αέρας (ως γνωστόν, το οξυγόνο δυναμώνει τη φωτιά) κι έτσι τα ξύλα «ν’ αρπάξουν», δηλ. να γίνει ανάφλεξη και να μετατραπούν όλα τα κάρβουνα σε στάχτη.

«Πυρ!»


Όταν πια έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία του «στησίματος» του καμινιού, ο καρβουνιάρης βάζει στην κορυφή του σωρού το προσάναμμα. Στη βάση του θόλου αφήνουν στην αρχή μικρές τρύπες για να παίρνει αέρα το καμίνι και να δίνει «κρυφή φλόγα» στο καμίνι. Το σιγανό αυτό κάψιμο (βγάζοντας βεβαίως κάποιους καπνούς) διαρκεί περίπου 3-4 μέρες ή και παραπάνω προκειμένου να γίνουν τα κάρβουνα.

Μια ιδιαίτερα κοπιαστική δουλειά των καρβουνιάρηδων είναι η παρακολούθηση του καμινιού, νύχτα-μέρα, για να μην «αρπάξουν» (καούν μονομιάς) τα ξύλα. Κλείνουν λοιπόν τις τρύπες που ανοίγουν σε διάφορα σημεία, έτσι ώστε το καμίνι να σβήσει φυσιολογικά από έλλειψη οξυγόνου. Ταυτόχρονα όμως ανοίγουν και νέες, έτσι ώστε η φωτιά να μεταφερθεί σε όλα τα σημεία και να γίνει η ατελής καύση (δηλ. χωρίς την παρουσία οξυγόνου). Ο καρβουνιάρης παρακολουθεί την όλη καύση απ’ τις τρύπες που είχε αφήσει και κλείσει με χώμα. Ανοίγει δηλαδή μία, παρακολουθεί το εσωτερικό και αμέσως την ξανακλείνει.

Και για να τα πούμε στη γλώσσα μας…


Επειδή αποδεδειγμένα σάς αρέσει το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα της Ηπείρου, θα παραθέσω τη μαρτυρία 85χρονου πληροφορητή:

«Τα καλύτιρα κάρ’να (κάρβουνα) τα βγάνει η αριά κι του πουρνάρι (μεγάλα δέντρα του δάσους)… Χλουρά ξύλα, όχι ξιρά… Κι χουντρά, όχι λιανά (λεπτά)…

Του χινόπουρου (φθινόπωρο) έβγαναν κάρ’να, έφκιαναν καρ’ναριές (καρβουναριές, δηλ. καμίνια για παραγωγή κάρβουνου). Έπριπι να πιάσουν οι βρουχάδις (μετά τα πρωτοβρόχια)… Ίσιουναν τουν τόπου (ισοπέδωναν το έδαφος), έπριπι να είνι ίσια, για να πααίνει όμοια η φουτιά (δηλ. να αναπτύσσεται ομοιόμορφα).

Τα ξύλα τά ’χτ’ζαν (τοποθετούσαν) σαν τουρλουκάλυβα, καλύβα τουρλουτή (δηλ. καλύβα με θολωτή, ημικυκλική σκεπή), τέτοια που ’χαν οι βλάχοι (κτηνοτρόφοι) τα παλιά τα χρόνια…

Δεν έπιρπι (έπρεπε) να είνι απού κανιά μιριά παραφάουλου (λειψό, να λείπουν ξύλα)».

Δυο-τρεις τεχνίτες έκαναν αυτή τη δουλειά, δηλ. τοποθετούσαν τα ξύλα σε προσεκτικά φτιαγμένο σωρό, ενώ από πάνω έβαζαν χώμα.

Διαρκής επαγρύπνηση


Όλο το μυστικό κρύβεται σε μια μικρή τρύπα στην κορυφή, για να ανάψουν τη φωτιά. Στη συνέχεια, την κλείνουν κι αυτή, έτσι ώστε η φωτιά να μεταφερθεί στο εσωτερικό του καμινιού.

Το καμίνι το παρακολουθούσαν μέρα-νύχτα, να μην τρυπήσει, δηλ. να μην πάρει αέρα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση τα κάρβουνα θα γίνονταν στάχτη!

Αν κάπου άνοιγε το καμίνι, ο εργάτης-φύλακας έπρεπε να ρίξει αμέσως χοντρά ξύλα και να τη σκεπάσει πάλι με χώμα, έτσι ώστε και πάλι η φωτιά να «πέσει» (να μειωθεί η έντασή της) και να σιγοκαίει εσωτερικά.

Όπως αντιλαμβανόμαστε, πρόκειται για κοπιαστική εργασία, που απαιτούσε διαρκή επαγρύπνηση, καθώς όσο καίγονταν τα ξύλα κι έπεφτε το χώμα, τόσο πιο συχνές οι τρύπες, άρα ο εργάτης έπρεπε να κινείται εν ριπή οφθαλμού.

Και βέβαια εννοείται ότι δεν μιλάμε πάντα για καλοκαιρία. Πάρα πολύ συχνά τα κάρβουνα τα έφτιαχναν υπό συνθήκες σφοδρής καταιγίδας. Όπως μου είπε ο ηλικιωμένος χρονομάρτυρας: «Κι μι του καρδάρι να ’ρ’χνι (δηλ. ακόμη κι αν έβρεχε πάρα πολύ), ιμείς δούλιβαμαν στου καμίνι…». Η φωτιά του καμινιού δεν έσβηνε ούτε με τις βροχοπτώσεις, γιατί έκαιγε στο εσωτερικό του καμινιού, το οποίο επίσης ήταν κατά κάποιο τρόπο στεγανοποιημένο με το χώμα.

Κάποια στιγμή έσβηνε η φωτιά. Οι έμπειροι καρβουνιάρηδες ήξεραν πότε ήταν έτοιμα τα κάρβουνα.

Η ώρα της αποκάλυψης…


Ύστερα από όλη αυτή την κοπιαστική εργασία, φτάνει η ώρα των… αποκαλυπτηρίων, δηλαδή να ξεσκεπαστούν τα κάρβουνα.

Με μια τσουγκράνα αφαιρούν το χώμα και πάνω στα κάρβουνα που έχουν σχεδόν σβήσει ρίχνουν νερό, έτσι ώστε να εκμηδενιστεί κάθε πιθανότητα ανάφλεξης, η οποία θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τον μόχθο αυτών των ανθρώπων.

Το καμίνι έσβησε, όμως έμεινε μερικές μέρες σβηστό για να κρυώσει. Οι καρβουνιάρηδες, σαν άλλοι πυροσβέστες, όταν αφαιρούν το χώμα, προσέχουν μήπως υπάρχει κάποια εστία φωτιάς που θα προκαλέσει νέα ανάφλεξη.

Και πάλι η αφήγηση στη ντοπιολαλιά μας: «Τότι π’ κρύουναν τα κάρ’να, τα σάκιαζαμαν σι τσιουβάλια μιγάλα κι τα φόρτουναμαν σι άλουγα ή σι μ’λάρια για να τα πάμι στουν έμπουρα… Αυτός τ’ αγόραζι κι πάινι κι τα πούλαγι στ’ς πόλεις… Α! Να σ’ που κι τ’ άλλου… Αυτοίνοι π’ σάκιαζαν τα κάρ’να γένουνταν μαύροι, γκαΐλα! Δε γνουρίζουνταν! Τα μάτια μαναχά λιούγκριζαν (λαμπύριζαν)…».

«Για καλύβα είχαμαν τρία τσίγκια…»


Οι συνθήκες εργασίας των ηρώων αυτών που μοχθούν για να έχουμε εμείς το θεωρούμενο ως αυτονόητο αγαθό που λέγεται «κάρβουνο» δεν άλλαξαν και πολύ από τα παλιά χρόνια, όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες που τράβηξα.

Ας μεταφερθούμε και πάλι στο μακρινό παρελθόν, γύρω στο 1960. Για να προφυλάσσονται οι καρβουνιάρηδες από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (κυρίως έντονες βροχοπτώσεις), έφτιαχναν ένα υποτυπώδες κατάλυμα που είχε καλυμμένες με τσίγκους τις δύο πλευρές και φυσικά την οροφή. Στη μία πλευρά, για να εξοικονομήσουν ένα φύλλο τσίγκου, έβαζαν κλαδιά δέντρων, που τα έβαζαν σαν τοίχο. «Μία καλύβα είχαμαν μι τρία τσίγκια (φύλλα τσίγκου), κι αυτά τρύπια… Κοιμάμασταν μι τ’ν αράδα (εκ περιτροπής), ου ένας φύλαγι να μην τρυπήσει του καμίνι…».

Βασανισμένη ζωή


Και για φαγητό τι έτρωγαν οι καρβουνιάρηδες; «Στ’ν καλύβα έβραζαμαν φασ’λάδα, κι λάδι πουλύ λίγου… Πού το ’λιγαν στου λάδι (πού το έλεγαν, μετφ. πού υπήρχε λάδι)… Αυτήνη η φασ’λάδα απ’ τ’ν απουσταμάρα (κούραση) που ’χαμαν ήταν ψητό (φαινόταν σαν κρέας ψητό)… Τ’ μέρα έτρουγαμαν λίγου ψουμί κι κανιά ιλιά…».

Για κρεβάτι και στρώμα... ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. «Για στρώμα έστρουναμαν κλαριά απού αριές, γένουνταν μουλάτσα στου γιατάκι (καλό μέρος να ξαπλώσει κάποιος στο κατάλυμα), είχαμαν κι κάνα τσιόλι (ρούχο), κανιά κάπα για να σκιπάζουμαστι…».

Εδώ τελείωσε άλλο ένα ταξίδι στο παρελθόν. Σας ευχαριστώ για τη συγκινητική υποστήριξη και σας εύχομαι ολόψυχα Καλή Ανάσταση!

Όσο για το ψήσιμο του οβελία; Να καούν καλά τα κάρβουνα!

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος-λαογράφος, είναι συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ