Αναρτήθηκε στις:20-03-19 11:30

Συνέντευξη της Κατερίνα Ζαρόκωστα στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ως προς τη γνώση της Ιστορίας μας νομίζω πως ο Έλληνας αρέσκεται να φτιάχνει μύθους


Η Κατερίνα Ζαρόκωστα γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε έναν κύκλο σπουδών Κοινωνικής Ψυχολογίας στην Ecole Pratique, στο Παρίσι. Για δύο περίπου δεκαετίες συνεργάστηκε με την Κρατική Ραδιοφωνία, στον χώρο των πολιτιστικών εκπομπών, και με την ΕΤ1 ως σεναριογράφος και συντονίστρια συζήτησης σε εκπομπές κοινωνικού και ψυχολογικού περιεχομένου. Συνεργάστηκε επίσης με εφημερίδες και περιοδικά στον τομέα του προσωπικού δοκιμίου και της βιβλιοπαρουσίασης.

Στην πεζογραφία εμφανίστηκε το 1983. Έχει δημοσιεύσει συλλογές διηγημάτων, νουβέλες κι ένα μυθιστόρημα. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.


Ερ. Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Απ. Από μικρή με μάγεψαν τα βιβλία. Όταν πήγα στο δημοτικό, ήξερα ήδη να διαβάζω. Δεν θυμάμαι πώς έμαθα, από πείσμα, φαίνεται. Τα βιβλία τα καταβρόχθιζα. Υπήρχε βιβλιοθήκη στο πατρικό μου, αλλά οι γονείς μου φρόντιζαν να με τροφοδοτούν και με βιβλία της ηλικίας μου, κυρίως γαλλικές παιδικές σειρές. Αργότερα προχώρησα στα κλασσικά εφηβικά: «Χωρίς οικογένεια», «Η Μαύρη Καλλονή», «Νταίηβιντ Κόπερφιλντ», «Όσα παίρνει ο άνεμος»… Η οικογενειακή βιβλιοθήκη περιείχε κυρίως γαλλικά μυθιστορήματα, ελληνική ποίηση και φυσικά τη σειρά «Νεοελληνική λογοτεχνία» της Εστίας και δεν υπήρχε απαγόρευση ως προς τι έπρεπε κι τι δεν έπρεπε να διαβάσω. Διάβαζα λοιπόν ανάκατα Γαλλικά μυθιστορήματα, καθ’ ότι ο μπαμπάς στην Πόλη είχε τελειώσει γαλλικό σχολείο, ελληνική ποίηση και λογοτεχνία επειδή τα αγαπούσε η μαμά που είχε έρθει πολύ μικρή πρόσφυγας από την Πόλη και είχε βγάλει το γυμνάσιο Παγκρατίου. Ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός και θυμάμαι ότι απήγγελλε πολύ όμορφα Καβάφη, Βάρναλη, Σολωμό. Μα δεν μπόρεσε να εκπληρώσει το όνειρό της διότι η φτώχεια της προσφυγιάς την ανάγκασε να δουλέψει μόλις τέλειωσε το σχολείο. Δεν έχασε όμως ποτέ την αγάπη της για την λογοτεχνία και τον θαυμασμό της για τους λογοτέχνες. Στην κατοχή, μάλιστα, κατόρθωσε να βγάλει από τη φυλακή τον Ηλία Βενέζη. Πώς το πέτυχε δεν ξέρω, ήταν πολύ καταφερτζού, είν’ η αλήθεια. Στη βιβλιοθήκη μου φυλάσσεται ως οικογενειακό κειμήλιο η «Αιολική Γη» (Εκδόσεις Άλφα, Ι.ΣΚΑΖΙΚΗ, Δεκέμβριος 1943 με την ιδιόχειρη αφιέρωση του Βενέζη: «Για τη δεσποινίδα Ραλλού Τζιρίνη, ευχαριστήριο για όσα τράβηξε εξαιτίας μου, το Νοέμβριο του 1943. Ηλίας Βενέζης, Χριστούγεννα 1943». Η «Αιολική Γη» αναφέρεται στα χρόνια της κοινής καταγωγής τους. Μπορώ να πω ότι αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που με επηρέασε. Ιστορεί εποχές και γεγονότα σαν κι εκείνα που διηγιόντουσαν οι πρόσφυγες γονείς και πρόγονοι στο σπίτι, και αναφέρεται στην εφηβική ηλικία στην οποία βρισκόμουν. Επί πλέον, κατά τη γνώμη μου, ο Βενέζης έχει την ικανότητα να πλέκει αξεδιάλυτα τη σκληρότητα της Ιστορίας με το ευάλωτο των ανθρώπων που η μοίρα το’ φερε να γεννηθούν σε δύσκολα χρόνια.
Οικογενειακοί φίλοι ήταν επίσης η Ιουλία Ιατρίδη και η Γαλάτεια Σαράντη. Απ’ τη μια λοιπόν τα διαβάσματα, απ’ την άλλη οι πρόγονοι, ανατολίτες παραμυθάδες, καθώς και οι λογοτεχνικές συζητήσεις που άκουγα στέριωσαν μέσα μου την αίσθηση ότι ο κόσμος – ο πραγματικός - χωρίς τον άλλο, της φαντασίας, του ονείρου, με στενεύει. Σ’εκείνον κατέφευγα συστηματικά και καταφεύγω ακόμα όταν η πραγματικότητα γίνεται πολύ οδυνηρή.

Ερ. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του μυθιστορήματος «Οι αδερφές Ραζή»;
Απ. Για να αρχίσω ένα βιβλίο, χρειάζομαι έναν ήρωα. Και τους ήρωες δεν τους γυρεύω εγώ, έρχονται και με βρίσκουν εκείνοι. Κάθε συγγραφέας έχει φυσικά ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται. Από εκεί βλασταίνουν οι χαρακτήρες. Το δικό μου πλαίσιο είναι ένα προαιώνιο θέμα: η προσφυγιά. Έτσι λοιπόν ήρθαν ένα σούρουπο και με βρήκαν στο γραφείο μου οι αδερφές Ραζή: Μέλπω, Τέτα και Χαρίκλεια. Στρογγυλοκάθισαν κι άρχισαν να φλυαρούν για τη ζωή τους στην Πόλη, τι ωραία περνούσαν εκεί, πόση άνεση υπήρχε στο σπίτι , ο πατέρας γιατρός τούς αφοσιώθηκε ολόψυχα μετά το θάνατο της μάνας, πώς η Μέλπω, η πρωτότοκη ανάθρεψε τις μικρότερες αδερφέ από κοινού με την τουρκάλα παραμάνα, πώς ξέπεσαν όταν ήρθαν στην Μητέρα Πατρίδα… Μου ζήτησαν να γράψω την ιστορία τους. Άλλο που δεν ήθελα!
Ύστερα μια μέρα με τον τρόπο που συμβαίνουν πράγματα που δεν ελέγχεις ούτε καταλαβαίνεις, ξεφύτρωσε από το πουθενά η Ινώ. Προσφυγάκι κι αυτή, αλλά φτωχαδάκι, στον καταυλισμό έμενε. Μου ζήτησε πεισματικά να την περιλάβω στο βιβλίο «Μα», της λέω «εγώ γράφω ένα μυθιστόρημα για τις αδερφές Ραζή». «Και ο έρωτας;» μου κάνει. «Γίνεται μυθιστόρημα χωρίς έρωτα;» Το θέμα είναι ότι η πονηρούλα είχε βάλει στο μάτι τον Ευάγγελο, τον άντρα της Μέλπως. Από κεί πλέχτηκε η πλοκή της μικρής ιδιωτικής ιστορίας του καθενός με φόντο τη μεγάλη Ιστορία που εκείνη την εποχή κόχλαζε: Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, Εμφύλιος, αργότερα Χούντα, Μεταπολίτευση… Με φόντο επίσης την Αθήνα που στη διάρκεια αυτών των χρόνων μετατρέπεται από μικρή, γραφική πρωτεύουσα σε σύγχρονη μεγαλούπολη.

Ερ. Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά σας «Ένα κομματάκι ουρανός» οι κεντρικοί ήρωες ήταν οι Έλληνες πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Στο καινούργιο σας «Οι αδερφές Ραζή», πρωταγωνιστούν οι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη. Γιατί και στα δυο μυθιστορήματα υπάρχει κοινός τόπος , ο ψυχικός μετεωρισμός των ηρώων ανάμεσα σ’αυτές τις δυο πατρίδες;
Απ. Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι οιΈλληνες της Κωνσταντινούπολης δεν θεωρήθηκαν άμεσα ανταλλάξιμοι από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Άρχισαν να έρχονται μετά το ’30 όταν οι Τούρκοι τους εκδίωξαν με δόλιους τρόπους. Έπειτα, ήταν αστοί, όπως και οι Σμυρνιοί. Γι’ αυτό και στις αδερφές Ραζή αναφέρομαι κυρίως στους πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη – μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων.
Πάντως με τον ίδιο τρόπο είχα συναντήσει και τους ήρωες του «Ένα κομματάκι ουρανός» που, εκείνοι, κατάγονται απ’ τα Μικρασιατικά παράλια. Σύχναζα τότε στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, ένα όμορφο παλιό κτήριο στην Πλάκα, που φυλάσσει μεταξύ άλλων τα αρχεία της Μέλπως Μερλιέ. Δυο λόγια γι αυτή τη σπουδαία γυναίκα που όταν ήρθε σε επαφή με τους πρώτους Μικρασιάτες πρόσφυγες αντιλήφθηκε ότι εκείνοι οι εξαθλιωμένοι άνθρωποι έφεραν μαζί τους έναν πολιτισμό που θα χανόταν μαζί τους. Οργάνωσε λοιπόν ένα δίκτυο συνεργατών που διέτρεχαν την Ελλάδα αναζητώντας τους καταυλισμούς των προσφύγων και καταγράφοντας τις μαρτυρίες τους. Ζητούσαν λεπτομέρειες για την καθημερινή τους ζωή στην απέναντι όχθη: τα σχολειά, τις εκκλησιές, τα πανηγύρια, τα έθιμα, τις σχέσεις με τους Τούρκους που ήταν ως επί το πλείστον πολύ φιλικές εφόσον μοιραζόντουσαν τον ίδιο χώρο… Καθώς δεν υπήρχαν τότε στα χωριά ονομασίες δρόμων, ζητούσαν να μάθουν ποιοι έμεναν δίπλα τους, απέναντι, πού βρισκόταν ο φούρνος, το παντοπωλείο, το καφενείο, σε ποιόν ανήκαν… Βυθισμένη λοιπόν σ’ αυτές τις συναρπαστικές χειρόγραφες σελίδες, είδα στην κυριολεξία να σηκώνονται από το χαρτί οι ήρωες του μυθιστορήματος που δεν ήξερα ακόμη πως θα γράψω: ο Νίκος Τσακίρης, η Αναστασία, ο Ραούφ Αράς, ο Τούρκος που θα ερωτευτεί Ελληνίδα… Λίγο αργότερα σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο Μπενάκη για μια έκθεση φωτογραφίας του Βασίλη Μάρου, είδα δυο γυναικείες φιγούρες που μου εντυπώθηκαν και έγιναν οι κεντρικές ηρωίδες του βιβλίου: Η Θωμαή και η Κάκια.
Θα μείνω λίγο στον μετεωρισμό που αναφέρατε. Μ’ αυτή την αίσθηση μεγάλωσα. Οι γονείς, οι παππούδες ζούσαν ταυτοχρόνως εδώ και «εκεί». Ταυτοχρόνως ο κόσμος ο πραγματικός και ο κόσμος των βιβλίων αντιπροσώπευαν πάλι δυο σύμπαντα. Έτσι έζησα και ζω ακόμη μετέωρη, σε μια εύθραυστη ισορροπία. Μήπως αυτή δεν είναι και μια από τις ιδιότητες της ανθρώπινης κατάστασης;

Ερ. Οι αδερφές Ραζή περνούν ευτυχισμένες μέρες στην Πόλη, πριν απ’ την Καταστροφή, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στα πρώτα χρόνια όταν πέρασαν στην αντικρινή όχθη κι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκαν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Πάντοτε η ίδια ιστορία αντιμετώπισης των Ελλήνων προσφύγων από τους συμπατριώτες τους. Αλήθεια για ποιο λόγο;
Απ. Επειδή πρόκειται για ομοεθνείς μας πληγώνει περισσότερο. Δεν μπορούμε όμως να γενικεύουμε. Υπήρξαν και γενναιόδωροι, φιλόξενοι ντόπιοι, όπως παρατηρείται και σήμερα με τους μετανάστες. Αλλά σκεφτείτε πως όταν έφτασαν στην Ελλάδα ένα εκατομμύριο περίπου εξαθλιωμένοι Έλληνες πρόσφυγες, η χώρα, καταχρεωμένη, διένυε πάλι μια οικονομική κρίση. Ο πρόσφυγας θέλει να στεγαστεί, να τραφεί, να δουλέψει και ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας, παίρνει τις δουλειές, με φθηνότερο μεροκάματο. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτοί οι άνθρωποι έφεραν και τον πολιτισμό τους: μαγειρική, μουσική (ρεμπέτικο), εκλεπτυσμένους τρόπους, καλαισθησία και έντονη διάθεση να στεριώσουν και να κάνουν προκοπή στη χώρα που πάντα θεωρούσαν πατρίδα τους.

Ερ. Γράφετε ότι «Αν ο άνθρωπος έβαζε μυαλό με τις συμφορές, ο κόσμος θα προχωρούσε προοδευτικά προς το καλύτερο και ύστερα από τόσους αιώνες πολιτισμού θα είχε αγγίξει σφαίρες σχεδόν θεϊκές». Γνωρίζουν όμως οι Έλληνες την ιστορία της πατρίδας μας;
Απ. Δεν είναι ανάγκη να γνωρίζεις την αρχαία Ιστορία για να διδαχθείς από τις συμφορές. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι δίπλα μας. Οι γονείς μας πολέμησαν σ’ αυτόν, οι μανάδες και οι γιαγιάδες μας έζησαν τη φοβερή πείνα του χειμώνα του ’41, για να μην αναφερθούμε στα δεινά του Εμφυλίου που είναι ο χειρότερος από όλους τους πολέμους. Τώρα ως προς τη γνώση της Ιστορίας μας γενικότερα, νομίζω πως ο Έλληνας αρέσκεται να φτιάχνει μύθους. Όταν το παρόν τον στενεύει, τον προσβάλλει, τον υποτιμά, ωραιοποιεί τους προγόνους, αρχαίους και μεταγενέστερους. Αυτό όμως οδηγεί σε φανατισμό κι ο φανατισμός ποτέ δεν έφερε αληθινή γνώση των γεγονότων, ειρήνη και δικαιοσύνη.

Ερ. Η Μέλπω θα παντρευτεί τον Ευάγγελο , η Χαρίκλεια τον Μιχαλάκου και η Τέτα θα μεταναστεύσει στην Αμερική. Από πού βρίσκει τη δύναμη η οικογένεια για να ορθοποδήσει και να συνεχίσει την δημιουργική πορεία της;
Απ. Α! Αυτή η γενιά ήταν χαλκέντερη. Όπου την έριχνες, ρίζωνε, βλάσταινε, έκανε προκοπή: Οδησσό, Αλεξάνδρεια, Μικρασία, Βουθρωτό, Αργυρόκαστρο… Ο ξενομερίτης, πρόσφυγας ή μετανάστης, δεν έχει επιλογή. Ή θα προσαρμοστεί και θα ενσωματωθεί στον ντόπιο πληθυσμό ή θα χαθεί. Επιπλέον οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ερχόντουσαν από εξελιγμένες κοινωνίες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συνέλεξε η Μέλπω Μερλιέ αλλά και με τις εφημερίδες της εποχής, τα σχολεία στα μικρασιάτικα παράλια, χωριά και κωμοπόλεις, ήταν καλύτερα από εκείνα της στην Ελλάδας την ίδια εποχή. Το ίδιο ίσχυε και για την εκπαίδευση.

Ερ. Παράλληλα περιγράφετε με όμορφες πινελιές τις περιοχές που ζουν και τα όνειρα που κάνουν στην Αθήνα. Από πού πηγάζει η ελπίδα ότι μπορεί και να συμβούν ακόμη θαύματα στη ζωή τους;
Απ. Μα δεν συνέβησαν; Δεν επέζησαν; Δεν γλύτωσαν από τη μανία του πολέμου; Δεν επέστρεψαν στη μητέρα πατρίδα που πάντα λαχταρούσαν; Φαντάζομαι ότι και η θρησκεία έπαιξε τον ρόλο της. Τώρα όσο για τις «όμορφες πινελιές» που αναφέρετε, ναι, ταυτόχρονα με την ιστορία των ηρώων, με ενδιαφέρει πολύ και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούσαν. Η Αθήνα του ’30, του ’40 ως και τη Μεταπολίτευση. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει χωρίς τον τόπο του. Και τόπος τους ήταν πλέον η ελληνική πρωτεύουσα που δεν είχε βέβαια καμία σχέση με αυτό που βλέπουμε σήμερα. Χωμάτινοι δρόμοι που πλημμύριζαν με τις βροχές, ταπεινά σπιτάκια, φτωχογειτονιές στις οποίες ήρθαν να προστεθούν οι καταυλισμοί που στήθηκαν γύρω και μακριά απ’ το κέντρο: Κοκκινιά, Κουκουβάουνες, Βύρωνας, Πολύγωνο, Καισαριανή… Στο κέντρο της πόλης, όπως στη Φωκίωνος Νέγρη, την Πατησίων, το Σύνταγμα, τη Μαυρομματαίων η ζωή κυλούσε γλυκά για τους αστούς. Κανείς δεν λογάριαζε τα προμηνύματα του πολέμου που πλησίαζε πάλι, κανείς δεν φανταζόταν πως σε λίγα χρόνια εκείνη η ανέμελη ζωή θα έπαιρνε οριστικά τέλος.

Ερ. Η γραφή σας είναι δουλεμένη και έχετε μια ιδιότυπη λογοτεχνική ματιά. Ποια είναι τα μυστικά της γραφής του συγγραφέα; Τι πρέπει να προσέχει και τι να αποφεύγει;
Απ. Να αποφεύγει πρώτα από όλα τις ευκολίες του, τις εξυπνάδες, τις μόδες και ειδικά σήμερα την πληθώρα πληροφοριών που βρίσκει στο ίντερνετ. Τώρα για τη ματιά δεν μπορώ να πω εγώ. Ο τρίτος θα το πει. Ο συγγραφέας είναι ένας κατάσκοπος υποστήριζε χαριτολογώντας ο Βασιλικός. Κι ο κατάσκοπος είναι πονηρός, οξυδερκής, καχύποπτος, αδίστακτος και λεπτολόγος. Παρατηρεί την επιφάνεια αλλά μαντεύει και ό,τι κρύβεται πίσω της. «Δεν μπορείς να γράψεις μυθιστόρημα αν δεν ξέρεις Ιστορία» μού είχε πει ο Νίκος Γκάτσος. Όμως καλό είναι ο συγγραφέας να χρησιμοποιεί την ιστορία σαν φόντο πάνω στο οποίο διαγράφονται ευκρινέστερα οι ήρωες. Στην «Τέχνη του μυθιστορήματος» ο Κούντερα γράφει πως το μυθιστόρημα πρέπει να το κινεί μια ωστική δύναμη διαρκώς και δυναμικά προς τα μπρος. Το μυθιστόρημα δεν είναι σβούρα είναι βέλος που κατευθύνεται γραμμή στην αντίληψη και την καρδιά του αναγνώστη. Επίσης το διάβασμα βοηθάει πολύ και πάντα. Είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της γραφής, να μπορεί ο συγγραφέας να έχει αναφορές.

Ερ. Με το μυθιστόρημα «Οι αδερφές Ραζή» μας χαρίζετε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα-κατάθεση ψυχής. Μπορεί ο συγγραφέας να αφυπνίσει την κοινωνία με τα γραπτά του;
Απ. Δυστυχώς όχι πια. Γίναμε πάρα πολλοί πάνω στη γη. Εκτός απ’ τον υπερπληθυσμό, έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας και η εικόνα, η τεχνολογία. Ο λόγος του συγγραφέα δεν ακούγεται ηχηρά και ούτε ο συγγραφέας χαίρει του σεβασμού που έχαιρε σε παλαιότερες εποχές, ως τον περασμένο αιώνα. Σήμερα αυτόν τον σεβασμό τον απολαμβάνει ο έχων χρήμα και εξουσία.

Ερ. Τι λείπει που θα μπορούσε η πολιτεία να το προσφέρει και να βοηθήσει το βιβλίο;
Απ. Κάποιες πρωτοβουλίες που είχαν ληφθεί παλιότερα, όπως αναρτήσεις στίχων Ελλήνων ποιητών στο μετρό. Δημόσιες αναγνώσεις, μια σοβαρή τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο σε ώρα καλής τηλεθέασης, ένα ΕΚΕΒΙ που να εκπονεί έναν έγκυρο προγραμματισμό για το βιβλίο.

Ερ. Σήμερα τα έντυπα περιοδικά έχουν λιγοστέψει. Οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν από το διαδίκτυο. Είμαστε στην αρχή μιας άλλης εποχής;
Απ. Ποιος θα μπορούσε να το αμφισβητήσει; Η τεχνολογία έφερε επανάσταση στη ζωή μας. Μα όπως κάθε ανθρώπινη επινόηση, είναι νόμισμα διπλής όψης. Κερδίσαμε σε πληροφορίες, χάσαμε σε γνώση. Κερδίσαμε αναμφίβολα σε θεραπείες ασθενειών, χάσαμε στην κλασσική παιδεία. Επικοινωνούμε με την άλλη άκρη της γης και η καρδιά μας είναι κλειστή στον διπλανό μας. Δεν μπορώ να αρνηθώ τα δώρα της τεχνολογίας, είναι πολλά και σπουδαία, αλλά δεν μπορώ και να παραβλέψω αυτά που χάνουμε εξαιτίας της ευκολίας της. Είναι αυτονόητο ότι η πρόοδος της Ιατρικής είναι απόλυτη αξία.

Ερ. Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
Απ. Έχω αρκετά πλούσια βιβλιοθήκη και συνήθως ξαναγυρίζω στα παλιά αγαπημένα μου. Επίσης επειδή τα τελευταία χρόνια συμμετέχω στην επιτροπή του βραβείου Athens Prize for Literature, διαβάζω ολόκληρη σχεδόν τη λογοτεχνική παραγωγή της χρονιάς όσον αφορά το ελληνικό μυθιστόρημα. Μπορώ να αναφερθώ λοιπόν στο προπέρσινο βραβείο που δόθηκε σε μια νεαρή Κυπρία, την Κωνσταντία Σωτηρίου για το μυθιστόρημά της «Η Αϊσέ πάει διακοπές». Πρόκειται για ένα διαμαντάκι.(Σημειωτέον η φράση ήταν το σύνθημα που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι για την εισβολή) Ως προς το ξένο μυθιστόρημα διάβασα τελευταία τη «Βροχή» του Σόμερσετ Μωμ. Θαυμάζω τα βιβλία που λένε τόσο πολλά, σύντομα και υπαινικτικά. Αυτό αφορά και τα δυο βιβλία που προανέφερα.

Ερ. Τι σας έμαθαν οι γονείς σας και το τηρείτε ακόμη;
Απ. Να αγωνίζομαι για το καλύτερο και να μην κάνω χρέη.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ