Αναρτήθηκε στις:31-10-18 11:10

Συνέντευξη του Αντρέ Κούμπιτσεκ στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Δεν ήθελα να αναφέρω άλλη μια ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας αλλά μια ιστορία για το να είσαι νέος


Ο Αντρέ Κούμπιτσεκ γεννήθηκε το 1969 στο Πότσνταμ. Ζει και εργάζεται ως συγγραφέας στο Βερολίνο. Το 1997 του χορηγήθηκε υποτροφία από το κρατίδιο του Βραδεμβούργου, το 1998 ακολούθησε η υποτροφία Άλφρεντ Ντέμπλιν της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Το 2002 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Junge Talente, που έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς. Το 2003 κυκλοφόρησε το Die Guten und die Bosen, που ήταν υποψήφιο για το Λογοτεχνικό Βραβείο του Μάρμπουργκ το 2005. Δύο χρόνια αργότερα, το 2007, του απονεμήθηκε το βραβείο Candide, ενώ το 2016 του χορηγήθηκε υποτροφία από τη Γερουσία του Βερολίνου. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Σκίτσο ενός καλοκαιριού, υποψήφιο για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου (Deutscher Buchpreis) το 2016. Οι κριτικοί έχουν αναγνωρίσει στην αυτοβιογραφική γραφή του Κούμπιτσεκ την απελευθέρωση ενός γνήσιου εκπροσώπου της τελευταίας γενιάς της Ανατολικής Γερμανίας από «τη χειραγωγούμενη γλώσσα μιας κοινωνίας που είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου».


Ερ. Κύριε Κούμπιτσεκ, το μυθιστόρημά σας περιγράφει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και την πόλη Πότσνταμ στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τι έχει αλλάξει εκεί από τότε μέχρι σήμερα και τι έχει παραμείνει ίδιο;
Απ. Στην πραγματικότητα, όλα έχουν αλλάξει! Αν το πολιτικό σύστημα αλλά και το οικονομικό σύστημα αντικατασταθούν πλήρως, όπως έγινε το 1989-1990 στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, τότε και οι σχέσεις στις οικογένειες μπορούν να αλλάξουν. Για παράδειγμα, πολλά εργοστάσια και πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αφενός επειδή υστερούσαν από άποψη παραγωγής στην ξαφνικά μεγαλύτερη αγορά, από την άλλη επειδή έγινε ένας δυσάρεστος ανταγωνισμός ανάμεσα στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις της παλιάς Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ξαφνικά έχασε πολύς κόσμος τη δουλειά του στην Ανατολική Γερμανία, όπου ουσιαστικά δεν υπήρχε κανένας άνεργος πριν. Ήταν μια εντελώς νέα εμπειρία το γεγονός ότι τα χρήματα ή η έλλειψη χρημάτων παίζει έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή. Αυτές οι σκέψεις δεν υπήρχαν πριν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου υπήρχε μια σχετικά ισότιμη κοινωνία, αν και, βέβαια, σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο. Έτσι, πολλοί γονείς ξαφνικά δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν σωστά τον ρόλο τους, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσαν πλέον να μεγαλώσουν τα παιδιά τους χωρίς να έχουν οικονομικές ανησυχίες και ελλείψεις. Αυτό προκάλεσε μια αβεβαιότητα στις οικογένειες. Δεν είναι λίγοι οι γονείς, κυρίως οι πατεράδες, που έγιναν καταθλιπτικοί λόγω της ανεργίας που τους έπληξε. Τα παιδιά, φυσικά, αντιλήφθηκαν αυτή την αλλαγή και έτσι ξαφνικά οι γονείς τους δεν αποτελούσαν πλέον γι’ αυτά την αρχή της προστασίας και της καθοδήγησης, αλλά θύματα μιας κατάστασης. Αυτή η ιστορία αποτέλεσε βασικά τον μύθο της ίδρυσης της Ανατολικής Γερμανίας μετά το 1990 και έχει περάσει από πολλούς απ’ τους σημερινούς παππούδες στα εγγόνια τους, τα οποία στην ουσία δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Ελάχιστα παρέμειναν τα ίδια. Οι πόλεις δεν είναι πλέον γκρίζες, ούτε αποσυντίθενται, αλλά είναι πρόσφατα ανακαινισμένες. Πολλά κτίρια, κτισμένα βάσει του σοσιαλιστικού μοντερνισμού, έχουν ήδη κατεδαφιστεί, ειδικά στο Πότσνταμ, και έχουν αντικατασταθεί από κτίρια μιας μέσης ρετρό αρχιτεκτονικής, η οποία προσανατολίζεται προς τον 18ο αιώνα. Αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει, είναι μια κάποια δυσπιστία που πολλοί άνθρωποι στην Ανατολική Γερμανία εξακολουθούν να έχουν απέναντι στο Κράτος και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, όπως οι εφημερίδες και η τηλεόραση. Αυτή η δυσπιστία αποτελεί στην πραγματικότητα μια κληρονομιά του τρόπου ζωής που υπήρχε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου επικρατούσε η αρχή να μη γίνεται τίποτα πιστευτό από ό,τι ανακοινωνόταν επίσημα. Αυτός ο βασικός σκεπτικισμός υπάρχει πολύ λιγότερο μεταξύ των κατοίκων της Δυτικής Γερμανίας.

Ερ. Ο Ρενέ μένει ολομόναχος στο σπίτι το καλοκαίρι του 1985. Έχει τους φίλους του, που τον βοηθούν να μη νιώσει μόνος. Πίνει, καπνίζει και, το κυριότερο, διαβάζει βιβλία. Από πού πηγάζει αυτό το ενδιαφέρον του για τους συγγραφείς;
Απ. Οι συγγραφείς που διαβάζονταν από τον Ρενέ και τους φίλους του δεν θεωρούνταν κλασικοί συγγραφείς στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα βιβλία που τους άρεσαν είναι, με την ευρύτερη έννοια, μέρος της «λογοτεχνίας της απόκρυψης». Και αυτή η λογοτεχνία της απόκρυψης με τη σειρά της ήταν κάτι εντελώς αντίθετο με τη λογοτεχνία του λεγόμενου «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Τα βιβλία που γράφονταν με το στιλ του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» διαβάζονταν και συζητούνταν στο σχολείο. Αυτά τα βιβλία αφορούσαν καθημερινά προβλήματα. Η εργασία διαδραμάτιζε σε αυτά έναν σημαντικό ρόλο, ανεξάρτητα από το αν αφορούσε την απασχόληση στο εργοστάσιο, στη γεωργία ή στη διοίκηση. Συχνά, αναφέρονταν και σε κάποιο μεγάλο πρόβλημα, που απασχολούσε τόσο πολύ τον πρωταγωνιστή, ώστε να επηρεάζει και το περιβάλλον του, καθώς, τόσο η οικογένειά του όσο και ο γάμος του άρχιζαν να υποφέρουν από το πρόβλημα αυτό. Βέβαια, στο τέλος του βιβλίου το πρόβλημα συνήθως λυνόταν και η οικογένεια με τον γάμο σώνονταν. Η σοσιαλιστική κοινωνία είχε γίνει έτσι λίγο καλύτερη και ο πρωταγωνιστής ακόμα πιο έξυπνος απ’ ό,τι ήταν πριν. Αυτό σάς το περιγράφω κάπως χονδροειδώς και απλοϊκά, αλλά βασικά ήταν η φόρμα με την οποία χτίζονταν τότε τα βιβλία αυτά. Η ανάγνωση βιβλίων που ανήκαν στη λογοτεχνία της απόκρυψης αντί των βιβλίων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αποτελούσε ήδη μια έκφραση αισθητικής αντιπολίτευσης. Στο αγαπημένο βιβλίο του Ρενέ, το À rebours, ο ήρωας έχει πάρα πολλά χρήματα και, πάνω απ’ όλα, πάρα πολλή πλήξη. Το καλοκαίρι ταξιδεύει με ένα γούνινο παλτό και μαζεύει εξωτικά λουλούδια, που μοιάζουν να είναι φτιαγμένα από σμάλτο. Ο άνθρωπος αυτός είναι ακριβώς το αντίθετο από έναν χρήσιμο και πολύτιμο για την κοινωνία άνθρωπο. Και αυτό ακριβώς είναι που γοητεύει τον Ρενέ...

Ερ. Τον Ρενέ, που περπατάει μέσα στην πόλη του Πότσνταμ και μας γνωρίζει τα στέκια του. Τι τον κάνει να θέλει να εκμεταλλευτεί την απουσία του πατέρα του και να χρησιμοποιήσει την ελευθερία των κινήσεών του;
Απ. Βασικά, ήθελα να γράψω ένα βιβλίο στο οποίο θα εμφανιζόταν ενδεχομένως μόνον ο Ρενέ και οι φίλοι του. Ελάχιστοι ενήλικες θα έπρεπε να συμμετέχουν στο έργο αυτό, έχοντας μόνο υποστηρικτικούς ρόλους. Έτσι, αποφάσισα ότι το βιβλίο θα «παίζει» στην περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών. Δεν έπρεπε να συμμετέχει στην ιστορία κάποιο σχολείο ή κάποιος δάσκαλος. Εκτός αυτού, έστειλα και τον πατέρα μακριά. Αυτές ήταν όλες οι επιλογές μου, προτού αρχίσω να γράφω το βιβλίο μου. Επίσης, αποφάσισα να δώσω πολλά χρήματα στον Ρενέ, ώστε στο βιβλίο να μη χρειάζεται να ανησυχεί για το οικονομικό. Όλα αυτά ήταν οι προϋποθέσεις για να γράψω ένα βιβλίο που να μιλά για την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και, πάνω απ’ όλα, για την ελευθερία και τη μοναδικότητα του να είσαι νέος. Και επειδή ο ίδιος έζησα σε αυτή την εποχή και σε αυτή την ηλικία στο Πότσνταμ, έγινε η πόλη αυτή το σκηνικό του μυθιστορήματός μου.

Ερ. Το βιβλίο έχει μέσα του πολλή μουσική. Τραγούδια, συγκροτήματα και μια νεολαία που ψάχνεται. Ποιες ήταν οι αναζητήσεις της νεολαίας στη δεκαετία του ’80;
Απ. Δεν νομίζω ότι οι επιθυμίες της ανατολικογερμανικής νεολαίας του τότε ήταν διαφορετικές από τις επιθυμίες των νέων σήμερα. Οι περισσότεροι έφηβοι δεν διάβαζαν τότε βιβλία και άκουγαν μοντέρνα ποπ μουσική από διάφορα προγράμματα. Ουσιαστικά, μόνο μια μειοψηφία προσπάθησε να ξεχωρίσει τον εαυτό της και να αποστασιοποιηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι Ανατολικογερμανοί νέοι ονειρεύονταν να κερδίζουν αρκετά χρήματα, να έχουν ένα αξιοπρεπές επάγγελμα, να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο και να δημιουργήσουν οικογένεια. Και σήμερα τα περισσότερα από αυτά, κυρίως τα υλικά, αποτελούν τους στόχους των νέων. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι νέοι στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας φοβούνταν λιγότερο το μέλλον απ’ ό,τι οι σημερινοί νέοι. Παρόλο που δεν υπήρχε καμία πολιτική ελευθερία στο σύστημα εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε, όμως, από την άλλη πλευρά, αυτή η οικονομική πίεση που υπάρχει σήμερα. Οι νέοι που ακολουθούσαν ορισμένα ιδεώδη αποτελούσαν τότε τη μειονότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. Νομίζω, όμως, ότι αυτό είναι κάτι φυσιολογικό και όχι καταδικαστέο: μελαγχολία, ενδοσκόπηση, αισθητική εξέγερση εναντίον των γονέων και του συστήματος που τους έχουν κληροδοτήσει...

Ερ. Στενά ρούχα, μαλλί με ζελέ, περίεργα κουρέματα και κλαμπ με τη μουσική της εποχής. Γιατί κάθε εποχή επηρεάζει τους νέους διαφορετικά;
Απ. Η μόδα, τα hairstyles και η μουσική είναι μάλλον η έκφραση του εκάστοτε σύγχρονου πνεύματος της εποχής. Όμως, το κοινό που είχαν μεταξύ τους οι χίπις και οι πανκ ήταν η εξέγερση εναντίον της προηγούμενης γενιάς. Η εξέγερση της νεολαίας ήταν πάντα η εξέγερση εναντίον των γονέων. Ακόμη και αν αυτή ήταν απλώς μια αισθητική εξέγερση, μια οριοθέτηση από το εξωτερικό. Το πρόβλημα πολλών σημερινών νέων στη Γερμανία, ειδικά στις μεγαλύτερες πόλεις, είναι ότι οι γονείς τους δεν θέλουν να μεγαλώσουν. Βρίσκονται ακόμα στην εφηβεία τους στην ηλικία των σαράντα ετών, τρέχουν με πατίνια στην ηλικία των πενήντα και πηγαίνουν σε συναυλίες hardcore. Αυτοί οι γονείς μπορεί να μην είναι αποπνικτικοί και καταπιεστικοί, συχνά όμως ενοχλούν τα παιδιά τους. Εναντίον τέτοιων γονέων μπορεί κάποιος να επαναστατήσει σαν παιδί μόνον όταν γίνει συντηρητικός, χτενίζει σωστά τα μαλλιά του και φοράει καλοσιδερωμένα πουκάμισα...

Ερ. Πώς αντιδρούσαν οι Αρχές της Ανατολικής Γερμανίας σε αυτόν τον τρόπο ζωής των νέων και στη ροκ μουσική;
Απ. Το μεγαλύτερο νεανικό κίνημα στην τότε Ανατολική Γερμανία εκδηλώθηκε στην ύπαιθρο. Αυτοί ήταν blues fans και χίπις, που ακολουθούσαν με τις παρέες τους τις εκδηλώσεις των συλλόγων του χωριού. Κάθε Σαββατοκύριακο γινόταν μια συναυλία και ακολουθούσαν ποτά, μεθύσια, φιλονικίες και καβγάδες. Αλλά εδώ θέλω να αναφέρω και ένα άλλο παράδειγμα. Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι πανκ στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το Κράτος αντέδρασε τότε με απόλυτη υστερία. Αν και αυτή η εξέγερση ήταν στην αρχή απλά μια αισθητική εξέγερση και μια εξέγερση της νέας γενιάς εναντίον της γενιάς των γονέων, το Κράτος την ερμήνευσε αμέσως ως μια πολιτική επίθεση εναντίον του και δήλωσε ότι οι νέοι πανκ είναι εχθροί του. Και τι συνέβη τότε; Πολλοί από τους πανκ έπειτα από λίγο καιρό πολιτικοποιήθηκαν, ίδρυσαν συγκροτήματα και τραγούδησαν αναρχικά τραγούδια εναντίον του Κράτους. Αυτό συνέβη, μάλιστα, κάτω από την προστασία της Εκκλησίας. Επίσης, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, εμφανίστηκαν οι πρώτοι ακροδεξιοί σκίνχεντ, που προέκυψαν από αυτό το μάλλον αριστερό κίνημα των πανκ. Αυτό αποτελούσε τη μέγιστη δυνατή πρόκληση: σε ένα Κράτος που όριζε τον εαυτό του ως αντιφασιστικό, να παίζει τον ναζί!

Ερ. Ο Ρενέ συναντά και τον έρωτα. Μπιάνκα, Βικτώρια… Γιατί ο πρώτος έρωτας θεωρείται σημαντικός για τη συνέχεια της ζωής μας;
Απ. Επειδή όλα τα σημαντικά και μεγάλα συναισθήματα, που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή, ανακαλύπτονται πρώτη φορά με τον πρώτο έρωτα. Μερικές φορές είναι συναισθήματα που δεν τα γνωρίζαμε πριν, όπως η ζήλια ή οι εμπειρίες της αφής που αποκτούμε όταν αγγίζουμε το σώμα ενός άλλου πρώτη φορά. Καθεμία από αυτές τις εντυπώσεις είναι σαν ένα ιδιαίτερο, ξεχωριστό βίωμα, στο οποίο συναντιούνται η έκπληξη, ο φόβος και η υπερβολή. Ακόμη και όταν κάποιος είναι μεγαλύτερος σε ηλικία και ερωτεύεται, αναρωτιέται πάντα πόσο θαυμάσια θα πρέπει να ήταν όλα αυτά την πρώτη φορά, αφού εξακολουθεί να παραμένει ακόμα και σε μεταγενέστερη ηλικία συγκλονισμένος.

Ερ. Γράφετε για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, που ζούσε υπό τη σκιά του Τείχους του Βερολίνου, αλλά αποφεύγετε τις ιστορίες κατασκόπων και μυστικών υπηρεσιών. Πώς αποφύγατε να περιγράψετε την πίεση του ανατολικού καθεστώτος;
Απ. Αυτό βρίσκεται στη λογική της όλης ιστορίας. Ασφαλώς, το 1985 δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει την πτώση του Τείχους, που έγινε το 1989. Ακόμη και ο Σοβιετικός πρόεδρος Γκορμπατσόφ, από τον οποίο ξεκίνησαν όλα, δεν ήταν εκείνο το καλοκαίρι ούτε καν μισό χρόνο ακόμη στο αξίωμα αυτό. Το βιβλίο είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου από την προοπτική του 1985, από την άποψη ενός 16χρονου, του οποίου ο πατέρας ήταν πιο κοντά στο Κράτος. Και ισχύει ότι στην κανονική καθημερινή ζωή η Κρατική Ασφάλεια (Stasi) δεν έκανε συνεχώς την εμφάνισή της – δεν είχε καμία σημασία στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων, ακόμα κι αν σήμερα δεν παρουσιάζεται έτσι αυτό. Εξάλλου, αν κάποιος, για παράδειγμα, ανήκε στην αντιπολίτευση της Εκκλησίας, αυτό φαινόταν τότε πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι παρουσιάζεται σήμερα. Όμως, αυτές οι ιστορίες έχουν ειπωθεί εκατό φορές μέχρι τώρα! Εγώ δεν ήθελα να αναφέρω άλλη μια ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά μια ιστορία για το να είσαι νέος. Και επειδή γνωρίζω καλύτερα πώς ήταν η νεολαία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στο Πότσνταμ στα μέσα της δεκαετίας του ’80, είναι σαφές ότι το βιβλίο πρέπει να «παίζει» ακριβώς σε αυτή την πόλη και ακριβώς σε αυτή τη χρονική περίοδο.

Ερ. Οι φίλοι του Ρενέ ενηλικιώνονται μέσα από το μυθιστόρημα. Τι θα συνέβαινε αν ύστερα από τόσες δεκαετίες συναντιόντουσαν στη σημερινή εποχή;
Απ. Εγώ μπορώ εδώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου, υποψιάζομαι όμως ότι η δική μου περίπτωση θα ήταν πολύ παρόμοια με αυτή του Ρενέ. Κατά έναν αστείο τρόπο, εξακολουθώ να διατηρώ σχέσεις με πολλούς φίλους από εκείνη την εποχή. Κάποιοι, μάλιστα, ζουν κοντά μου, στην παρακάτω γωνία από το σπίτι μου, στο Βερολίνο. Αλλά και οι άλλοι, με τους οποίους δεν βλεπόμαστε, μου στέλνουν το στίγμα τους συχνά και διατηρούν επαφή μαζί μου μέσω του Facebook. Είναι αλήθεια ότι αυτός ο κοινός χρόνος που ζήσαμε ως έφηβοι, μας ενώνει στενά. Η νοσταλγία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτό που μας χωρίζει στο παρόν, όπως, για παράδειγμα, τα διαφορετικά επαγγέλματα. Και επειδή η επαφή μας δεν σταμάτησε στην πραγματικότητα ποτέ, δεν είχα προσέξει ποτέ πως πέρασαν τα χρόνια και πως έχει μεγαλώσει η ηλικία των φίλων μου, γιατί μεγαλώσαμε μαζί! Βέβαια, η κατάσταση είναι διαφορετική με τα κορίτσια του παρελθόντος, που είναι σήμερα πλέον μεγάλες γυναίκες, με τις οποίες δεν είχα καμία επαφή για δεκαετίες. Όταν τύχει να συναντήσω σήμερα κάποια από αυτές, για παράδειγμα όταν παρουσίασα στο Πότσνταμ το βιβλίο μου, με κυριεύει μια μεγάλη μελαγχολία, επειδή στη μνήμη μου αυτές οι γυναίκες παρέμειναν πάντα τα κορίτσια εκείνης της εποχής.

Ερ. Γράφοντας με χιούμορ κι ευαισθησία, προκαλείτε συχνά στον αναγνώστη συγκινησιακή φόρτιση. Μήπως το ταξίδι του Ρενέ είναι και ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία;
Απ. Ο Ρενέ εξακολουθεί να απέχει λίγο ακόμα από την αυτογνωσία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποκτά δύο νέες μεγάλες εμπειρίες, που θα τον βοηθήσουν να ωριμάσει. Αυτές οι εμπειρίες είναι αφενός μεν η μοναξιά, αφετέρου οι συναντήσεις με τα τρία κορίτσια, καθένα από τα οποία είναι εντελώς διαφορετικό. Ο Ρενέ αντικατοπτρίζεται, αν μπορώ να το πω έτσι, στην αντίστοιχη ετερότητα από αυτά τα κορίτσια και έτσι ανακαλύπτει εντελώς νέες πλευρές του εαυτού του. Μέσω της συνάντησής τους και της αγάπης του γι’ αυτά, αλλά και επειδή τον εγκαταλείπουν και μαθαίνει τη ζήλια, ο χαρακτήρας του αρχίζει να γίνεται πιο περίπλοκος. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα προς την ωριμότητα και την ενηλικίωση.

Ερ. Γιατί τα τελευταία χρόνια γνωρίζουν επιτυχία τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στην πρώην Ανατολική Γερμανία;
Απ. Αυτό είναι δύσκολο να το απαντήσει κανείς. Νοσταλγία δεν μπορεί να είναι, επειδή αυτά τα βιβλία παρουσιάζουν επιτυχία και στη Δύση. Ίσως, πάλι, η επιτυχία τους να μην οφείλεται στο ζήτημα «Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας», αλλά στο ότι είναι καλογραμμένα μυθιστορήματα, που, ανεξάρτητα από το υποτιθέμενα ίδιο θέμα τους, είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Όπως ένα σύνθετο οικογενειακό μυθιστόρημα από τον Τόμας Μαν ή όπως ένα πειραματικό μυθιστόρημα ή ακόμη και όπως ένα βιβλίο για τη νεολαία. Νομίζω ότι το θέμα «Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας» και μόνο δεν είναι αρκετό για να κάνει ένα βιβλίο επιτυχημένο. Πρέπει το βιβλίο αυτό να είναι σε θέση να δώσει στους αναγνώστες και κάτι πέρα από το ιστορικό στοιχείο, κάτι που να αφορά το παρόν. Και από την άλλη πλευρά, φυσικά, πολλά μυθιστορήματα παρουσιάζουν τρελή επιτυχία «παίζοντας» στην παλιά Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αυτό, όμως, στους περισσότερους δεν γίνεται αντιληπτό.

Ερ. Ποιους συγγραφείς από την πατρίδα σας θα προτείνατε στους αναγνώστες μας;
Απ. Μεταξύ των παλαιότερων γερμανόφωνων συγγραφέων προτιμώ τον Βίλχελμ Ράαμπε, ο οποίος είναι εκπληκτικά σύγχρονος για έναν συγγραφέα του 19ου αιώνα. Μου αρέσει ο Κάφκα, ειδικά το μυθιστόρημά του Αμερική, και το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ. Ο αγαπημένος μου ποιητής είναι ο Γκότφριντ Μπεν και προτιμώ τα ποιήματά του από τη δεκαετία του 1950, σε σχέση με τα εξπρεσιονιστικά του στοιχεία από τις δεκαετίες του 1910 και του 1920.
Εγώ δεν ήθελα να αναφέρω άλλη μια ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά μια ιστορία για το να είσαι νέος.

Ερ. Έχετε επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα;
Απ. Ναι, δύο φορές. Αμέσως μετά την πτώση του Τείχους, το 1990, τα δύο πρώτα μου ταξίδια με έφεραν πρώτα στην Ιταλία και έπειτα στην Ελλάδα. Γνώρισα τη Θεσσαλονίκη και κάτι λίγο από το Αιγαίο. Και φέτος, στις αρχές Ιουλίου, βρέθηκα για σύντομο διάστημα στην Αθήνα και έπειτα έφθασα στην Πελοπόννησο, όπου πέρασα δύο εβδομάδες σε διαφορετικά μέρη. Η Ελλάδα είναι πραγματικά όμορφη και σίγουρα θα επιστρέψω σύντομα…


Μετάφραση από τα γερμανικά: Ευθύμιος Χατζηιωάννου

diastixo.gr
img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ